στειρώ

στειρώ

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "στειρώ" в других словарях:

  • στειρώ — (I) άω, Μ [στεῑρος] είμαι στείρος. (II) όω, ΜΑ βλ. στειρώνω …   Dictionary of Greek

  • στειρώνω — στειρῶ, όω, ΝΜΑ 1. καθιστώ κάτι στείρο, στέρφο 2. καθιστώ μη παραγωγικό, μη καρποφόρο κάτι. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο αρχ. τ. στειρῶ, όω < στεῖρα «αυτή που δεν έχει ακόμη αποκτήσει παιδιά», ενώ ο νεοελλ. τ. στειρώνω < στείρος, α, ο] …   Dictionary of Greek

  • αποστειρώνω — (Μ ἀποστειρῶ, όω) κάνω αποστείρωση μσν. γίνομαι άγονος, στείρος. [ΕΤΥΜΟΛ. < απο * + στειρώ. Η λ. με τη νεοελλ. σημασία της μαρτυρείται από το 1896 από τον Αλκ. Παπαπαναγιώτη στην εφημερίδα Ακρόπολις] …   Dictionary of Greek

  • στείρωση — η / στείρωσις, ώσεως, ΝΜΑ [στειρῶ, ώνω] η κατάσταση τού στείρου, η έλλειψη ικανότητας για τεκνοποιία νεοελλ. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού στειρώνω, καθιστώ κάποιον ή κάτι στείρο, προξενώ, επιφέρω στειρότητα …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»